γαργάρα

γαργάρα
η
1) полоскание рта, горла;

κάνω γαργάρα — полоскать горло;

2) полоскание (жидкость)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "γαργάρα" в других словарях:

  • γάργαρα — heaps neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαργάρα — Ονομασία τριών αρχαίων κωμοπόλεων, στη Λάμψακο, στην Ήπειρο και στην Ιταλία. Υπήρχε επίσης με την ονομασία αυτή και ένα βουνό στη Νότια Τρωάδα. Κατά τον Όμηρο, στην κορυφή του βουνού αυτού, που ανήκε στο συγκρότημα της Ίδης, σύχναζε ο Δίας κι… …   Dictionary of Greek

  • γάργαρα — Ονομασία τριών αρχαίων κωμοπόλεων, στη Λάμψακο, στην Ήπειρο και στην Ιταλία. Υπήρχε επίσης με την ονομασία αυτή και ένα βουνό στη Νότια Τρωάδα. Κατά τον Όμηρο, στην κορυφή του βουνού αυτού, που ανήκε στο συγκρότημα της Ίδης, σύχναζε ο Δίας κι… …   Dictionary of Greek

  • γαργάρα — η 1. πλύση του στόματος και του λάρυγγα με νερό ή φάρμακο: Έκανα γαργάρες για να μαλακώσει ο λαιμός μου. 2. το υγρό ή το φάρμακο για τη γαργάρα: Ο φαρμακοποιός μού συνέστησε γαργάρες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γάργαρα — Γάργαρον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάργαρ' — γάργαρα , γάργαρα heaps neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαργάροις — γάργαρα heaps neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαργάρων — γάργαρα heaps neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γάργαρ' — Γάργαρα , Γάργαρον neut nom/voc/acc pl Γάργαρε , Γάργαρος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναγαργάρισμα — το (Α ἀναγαργάρισμα) [ἀναγαργαρίζω] φάρμακο κατάλληλο για γαργάρα, και η ίδια η γαργάρα …   Dictionary of Greek

  • γαργαρίζω — (AM γαργαρίζω) κάνω γαργάρα, πλένω το στόμα και τον φάρυγγα με υγρό κρατώντας το κεφάλι προς τα πίσω και κάνοντας φυσαλλίδες μσν. νεοελλ. σκούζω, βγάζω άναρθρη κραυγή νεοελλ. 1. (για νερό) κελαρύζω, τρέχω με παφλασμό ευχάριστο στην ακοή 2. βγάζω… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»